Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

«Ἡ Καρδία»Μιχαὴλ Μιχαηλίδη Θεολόγου




Μιά λέξη πού κλείνει μέσα της ἕνα ὁλόκληρο κόσμο. Ἰατροφυσιολογικά, βέβαια, εἶναι τό κέντρο τῆς κυκλοφορίας τοῦ αἵματος καί ἡ ἕδρα ὅλων τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, ἐννοιολογικά, κρύβει ἕνα ἀπέραντο κόσμο ἀνθρώπινων ὑπαρξιακῶν συναισθημάτων, πού ἐκφράζουν τήν ψυχή.
Ἡ καρδιά εἶν᾽ ἕνα μυστήριο. Και μή ξεχνᾶμε πώς, ὅλος ὁ ἄνθρωπος «εἶναι αὐτός ὁ ἄγνωστος», ὅπως εἶπε νεώτερος διανοητής.
Συχνές, πολύ συχνές, εἶναι οἱ ἐκφράσεις: καρδιά ζηλότυπη, καρδιά τρυφερή, καρδιά σπλαχνική, καρδιά ἁγνή, καρδιά παιδιοῦ, καρδιά σκληρή, καρδιά φθονερή, καρδιά ἐγκληματική, καρδιά πωρωμένη κ.λπ. Καί με τούς χαρακτηρισμούς αὐτούς, ἐκφράζουμε τήν εἰκόνα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου.

Ἐάν ἡ ἐπιστήμη ἐρευνᾶ και ἐξερευνᾶ τήν ὑλική δημιουργία τῆς γῆς καί τοῦ σύμπαντος, κατά παρόμοιο τρόπο καί ὁ πνευματικός ἄνθρωπος —ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ— ἐξετάζει και ἐρευνᾶ τόν ἑαυτό του, ὥστε, ἀποβάλλοντας κάθε κακία και προσλαμβάνοντας κάθε ἀρετή, ν᾽ ἀποκτήσει τήν τελειότητα.
Ἐάν ἡ ἁμαρτία προκαλεῖ πόνο καί δυστυχία, ὁ ἄνθρωπος γιά να ἐπανεύρει τή χαρά καί τήν εὐτυχία, καταφεύγει στή μετάνοια καί παρακαλεῖ τόν Θεό —ὅπως ὁ Δαβίδ— καί Τοῦ λέγει: «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός , καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου (Ψαλμ. 50, 12). «Καθάρισε Κύριε, ὅλο τό ἐσωτερικό τῆς καρδιᾶς μου, καί γέμισε τό ἐσωτερικό μου μέ ἁγνούς λογισμούς και ἀγαθή προαίρεση» (Π.Τρεμπέλας).
Δέν εἶναι σπάνιο τό φαινόμενο, πού, «καρδία ἀνθρώπου ἀλλοιοῖ τό πρόσωπον αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. Γ΄ 25). Ὅ,τι κρύβει ἡ καρδιά, ἐξωτερικεύεται μέ την ἀλλοίωση τοῦ προσώπου, εἴτε κακό, εἴτε καλό. Ὅπως ἀντιλαμβάνεσαι τόν ὀργισμένο, τον ἀνυπόμονο, τόν ἐκδικητικό, το ζηλόφθονο... μέ τίς ἐκφράσεις τοῦ προσώπου του, ἔτσι ἀναγνωρίζεις ἀμέσως καί τον ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τόν θρησκευόμενο, τόν τίμιο καί ἅγιο, τόν εἰρηνικό καί ἀνεξίκακο, τον ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς, τῆς ὑπομονῆς... Στό πρόσωπό του καθρεφτίζεται ὅλη ἡ ἁγιότητα καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Πόση γαλήνη καρδιᾶς ἐκφράζουν οἱ λόγοι τοῦ προφήτη Ἰεζεκιήλ! Ἀφοῦ πρῶτα τούς ἐλέγξει γιά τίς βδελυρές καί αἰσχρές παρανομίες τους πού γέμισαν τον τόπο, ἔχουν ταυτόχρονα την ἀναίδεια νά χλευάζουν τους ἠθικούς ἀνθρώπους (Ἰεζ. Η΄ 17).
Γιαυτό, (ἄν μετανοήσουν και ἔρθουν κοντά μου), «δώσω αὐτοῖς καρδίαν ἑτέραν και πνεῦμα καινόν δώσω ἐν αὐτοῖς, καί ἐκσπάσω τήν καρδίαν τήν λιθίνην... καί δώσω αὐτοῖς καρδίαν σαρκίνην» (Ἰεζ. ΙΑ΄ 19). Δηλαδή, θά τούς ἀναγεννήσω.
Ἡ πώρωση τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ καρκίνος τῆς καρδιᾶς. Καί ὁ καρκίνος εἶναι δυσκολοθεράπευτος. Ὡστόσο, τ᾽ ἀδύνατα στούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά στό Θεό. Μόνο μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ,τότε, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀνακαινίζεται καί σώζεται.

Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος,25/07/2014, Ακτίνες

Η ζήλεια




-Γέροντα, δεν έχω καθόλου κουράγιο.

-Ζηλεύεις, γι' αυτό δεν έχεις κουράγιο. Όταν ζηλεύη κανείς , στενοχωριέται, δεν μπορεί να φάη, οπότε αδυνατίζει και χάνει το κουράγιο του και οι άλλοι μπορεί να νομίζουν πως είναι μεγάλος ασκητής!

-Γέροντα, αισθάνομαι πολύ φτωχή πνευματικά και αδύναμη.

-Εσύ έχεις πολλές δυνάμεις, αλλά τις χαραμίζεις με την χαζή ζήλεια και, ενώ είσαι ένα αρχοντόπουλο, βασανίζεσαι σαν κακόμοιρο γυφτάκι. Θα είχες προχωρήσει πολύ στην πνευματική ζωή, αν δεν σκάλωνες στην ζήλεια. Πρόσεξε, γιατί η ζήλεια σου ρουφάει όλες τις ψυχικές και σωματικές σου δυνάμεις, που θα μπορούσες να τις προσφέρης θυσία στον Θεό. Εάν έδιωχνες την ζήλεια, και η προσευχή σου θα είχε δύναμη.

Με την ζήλεια αποδυναμώνεται κανείς πνευματικά . Γιατί ,νομίζετε, οι Απόστολοι δεν μπόρεσαν να βγάλουν το δαιμόνιο από το δαιμονισμένο παιδί , ενώ είχαν λάβει αυτήν την εξουσία από τον Χριστό και είχαν βγάλει άλλα δαιμόνια;

Επειδή ζήλεψαν, που ο Χριστός πήρε στην Μεταμόρφωση μόνον τους τρεις Μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Μπορούσε ο Χριστός να πάρη όλους τους Μαθητές , αλλά δεν ήταν όλοι σε κατάσταση να χωρέσουν αυτό το μυστήριο, γι' αυτό πήρε αυτούς που μπορούσαν να το χωρέσουν.

Λέτε να μην αγαπούσε τους άλλους Μαθητές; Ή μήπως αγαπούσε τον Ιωάννη περισσότερο από τους άλλους; Όχι, αλλά ο Ιωάννης αγαπούσε περισσότερο από τους άλλους μαθητές τον Χριστό και γι' αυτό καταλάβαινε την αγάπη του Χριστού καλύτερα. Είχε πολλή χωρητικότητα η μπαταρία του ήταν μεγάλη.

Βλέπετε πώς η ζήλεια απομάκρυνε την Χάρη του Θεού από τους άλλους Αποστόλους και δεν μπόρεσαν να γιατρέψουν το δαιμονισμένο παιδάκι; Γι' αυτό ο Χριστός είπε: «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ' υμών; έως πότε ανέξομαι υμών;»!

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Αγάπη χωρίς «εγώ»




- Γέροντα ποιο είναι το μέτρο της αγάπης;
- Το "αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ ηγάπησα υμάς".
Με αυτό ο Χριστός εννοεί ότι πρέπει πάντοτε να θυσιαζόμαστε για τους άλλους, όπως Εκείνος θυσιάστηκε για μας.
  
- Μπορεί Γέροντα, μέσα στην θυσία να υπάρχει θέλημα;
- Ναι, μπορεί. Θυμάμαι - λαϊκός ήμουν ακόμη -, κάποιος Κονιτσιώτης, αμέσως μετά την Ανάσταση έλεγε εις επήκοον πάντων:"Θα πάω πάνω στο Μοναστήρι, στην Παναγία, να ανάψω τα καντήλια".
Με τον τρόπο όμως που το έλεγε, έβλεπες ότι είχε υπερηφάνεια, θέλημα.
Πήγαινε λοιπόν την νύχτα στο μοναστήρι, για να ανάψη τα καντήλια, δύο ώρες δρόμο να πάη και δύο να γυρίση.
Και τι δρόμο; κακόδρομο. Και στο εκκλησάκι ήταν όλα εγκαταλελειμμένα, πετάμενα εδώ κι εκεί που να βρή καντηλήθρα και φιτίλο. Και τελικά, έκανε όλον αυτόν τον κόπο και όλα πήγαιναν χαμένα.
Αν του έλεγε κανείς "τώρα που θα πάς στο σπίτι σου άναψε το καντήλι", μπορεί και να μην το άναβε.
Αν ήθελε πραγματικά να κάνη θυσία, έπρεπε να πάη απλά, αθόρυβα, στο μοναστήρι και να ανάψη τα καντήλια.
- Δηλαδή, Γέροντα, μπορεί κάποιος να κάνη μια θυσία από υπερηφάνεια;
- Πως δεν μπορεί; Μπορεί να θυσιάσει , όπως λέει ο Απόστολος Παύλος την ζωή του και αγάπη να μην έχη.
- Έχει αξία αυτή η θυσία;
- Δεν θυμάσαι τι λέει πάλι ο Απόστολος Παύλος;
"Αγάπην δε μη έχων, ουδέν ειμί". Η θυσία, για να είναι κατά Θεόν, πρέπει να μην έχει ανθρώπινα στοιχεία, ιδιοτέλεια, υπερηφάνεια κ.λ.π.
Όταν θυσιάζεται κανείς ταπεινά, τότε έχει αγάπη και τότε συγκινεί τον Θεό.
Όταν μιλάω για αγάπη μιλάω για την αληθινή, την γνήσια αγάπη που έχει αρχοντιά.
Γιατί μπορεί κανείς να αναπαύεται με τον λογισμό του ότι έχει αγάπη, επειδή τα δίνει όλα, και όμως αγάπη να μην έχει, επειδή μέσα στην αγάπη του αυτή, έχει τον εαυτό του, επειδή δηλαδή αποβλέπει σε ατομικό του συμφέρον.
Για να είναι γνήσια η αγάπη μας, πρέπει να την εξαγνίσουμε, να βγάλουμε τον εαυτό μας από την αγάπη μας.
Και όταν όλοι βγάζουν τον εαυτό τους από την αγάπη τους, τότε ο ένας είναι μέσα στον άλλο και όλοι είναι ένα και είναι πια ενωμένοι από την μία αγάπη του Χριστού.
Και μέσα στον Χριστό είναι όλα τα προβλήματα λυμένα, διότι η αγάπη του Χριστού μας διαλύει όλα τα προβλήματα.

Πηγή: από το βιβλίο: Πάθη και Αρετές εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος" Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Ελλάς- Ορθοδοξία

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ


1. Ο "ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ" ΣΤΙΣ  ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ   ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Α. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ "ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ"

Η Ένθεος Φιλοσοφία είναι η μορφή εκείνη της δημιουργίας, που επέτρεψε στους Πατέρες να κάνουν "μετακένωση" του ευαγγελίου, για να το μεταλαμπαδεύσουν  σε ορισμένο πολιτισμικό περιβάλλον. Η αξία αυτής της προσπάθειας είναι διαχρονική, όσον αφορά στις αρχές και στη μέθοδο, καθίσταται δε ιδιαίτερα επίκαιρη για την εποχή μας, όταν αρχίζουμε να αναζητούμε τον "ζώντα θεόν" της παραδόσεως, που θα αναπληρώσει τον "θάνατο" του θεού στις μετα-νεωτερικές κοινωνίες. Όμως χρειάζεται πρώτα να γνωρίζουμε ορισμένα βασικά πράγματα γι' αυτόν τον "θάνατο", που θα μας οδηγήσουν σε βαθύτερη  συνειδητοποίηση  μιας κρίσης,  η οποία  « διατρέχει» την εποχή μας.
      «Σε όλες τις θρησκείες Θεός σημαίνει ζωή και κατά κανόνα υπέρβαση του θανάτου. Κατεξοχήν ισχύει αυτό στη χριστιανική αποκάλυψη, όπου ο Θεάνθρωπος δηλώνει απερίφραστα «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή».  Αλλά και πολιτισμός σημαίνει ζωή ταυτισμένη με την υπέρβαση των φυσικών αδυναμιών- αντιξοοτήτων και των ανθρώπινων παθών. Ένας πιθανός «θάνατος» του Θεού είναι δυνατόν να σηματοδοτήσει και «θάνατο του πολιτισμού», με την έννοια της αποτυχίας, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι στην παραδοσιακή του μορφή ο πολιτισμός ήταν συνήθως θρησκευτική έκφραση ή άρρηκτα συνδεδεμένος με θρησκευτικές παραμέτρους και εκφράσεις.
       Ωστόσο ο λεγόμενος ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ένας ανθρωποκεντρικός πολιτισμός και είναι φυσικό και αυτονόητο να θέλει να είναι και είναι τελικά ένας πολιτισμός χωρίς Θεό, ή τουλάχιστον χωρίς τον παραδοσιακό Θεό.Δείγματα αυτής της επιθυμίας έχομε παλαιόθεν. Κορυφώθηκε όμως με κάθε επισημότητα τους τελευταίους αιώνες. Το παράδοξο είναι ότι ο Θεός δεν θανατώθηκε από τους λεγόμενους αθεϊστές ανθρωπιστές ή κοινωνιστές- φιλόσοφους. Αυτοί διέπραξαν άλλου είδους «αμαρτήματα» και επεφύλαξαν για τον εαυτό τους άλλους ρόλους, όπως το ρόλο του χαιρέκακου που θριαμβολογεί ότι «ο θεός είναι νεκρός» και βέβαια το ρόλο του «νεκροθάφτη» του Θεού.
  Το Θεό «δολοφόνησαν» με τούτον ή τον άλλον τρόπο τα ίδια του τα παιδιά και κατεξοχήν αυτοί που ορκίστηκαν στο όνομά του να μιλούν γι’ αυτόν,  δηλαδή οι θεολόγοι του. Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος βρήκε έτοιμο το δρόμο για να θεοποιήσει τον εαυτό του και τα έργα των χειρών του δημιουργώντας έναν τρόπο ζωής και δράσης, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό και στόχο όχι πλέον το θάνατο του θεού, αλλά το θάνατο του ανθρώπου.  Αυτό είναι και το πλέον παράδοξο: Να θάβεις το νεκρωμένο θεό για να αναπνεύσει δήθεν ο άνθρωπος και στο τέλος μαζί με το Θεό να θάβεται και ο άνθρωπος. Έτσι η «αξιοπρέπεια» που γέννησε η παντοειδής απουσία του Θεού κατέληξε σε πλήρη ευτελισμό του ανθρώπου και του πολιτισμού του.
     Ο «θάνατος του Θεού» σηματοδοτεί το θάνατο της κτίσης και τον φυσικό (ή καλύτερα αφύσικο) θάνατο του ανθρώπου. Στα πλαίσια της παραδοσιακής Αγιοπατερικής θεολογίας ο Θεός θεολογείται ως δημιουργός, προνοητής κτίσης και βέβαια ως ο απόλυτος κύριός της. Ο άνθρωπος ορίζεται ως κατ’ εικόνα Θεού κύριος της κτίσης. Ως κορωνίδα της δημιουργίας δικαιούται να ισχυρίζεται ότι ο κόσμος πλάστηκε γι’ αυτόν και τις ανάγκες του. Υποχρεούται όμως να λειτουργεί ως φύλακας και διαχειριστής φροντίζοντας, ώστε η διαχείριση να μην καταστρέφει τον κόσμο και τη ζωή. Οίκοθεν νοείται ότι καθίσταται κάθε στιγμή υπόλογος έναντι του θεού και των συνανθρώπων του για τον τρόπο που χρησιμοποιεί και διαχειρίζεται τη φύση. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του Θεού αποτελεί το κριτήριο για τη  συμπεριφορά έναντι της κτίσης και των συνανθρώπων, αλλά και το εμπόδιο για μια ανεξέλεγκτη στάση και συμπεριφορά»
 ( Απ. ΝικολαΪδη, Κριτική Θεολογία, εκδ. Γρηγόρη)
      Πως όμως άρχισε να "εξορίζεται" ο θεός από την κτίση και την κοινωνία; Με ποιά λογική αποφασίστηκε ο "θάνατός" του; Για να το δούμε αυτό πρέπει να γυρίσουμε πίσω, στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου η Νεωτερικότητα, εκτός των άλλων, εγκαινιάζει  και  με μια μεγάλη ανατροπή στην αντίληψη του χώρου: οι άνθρωποι στο παρελθόν ήταν βέβαιοι πως η γη κατέχει κεντρική θέση στο σύμπαν, με τον ουρανό (στερέωμα) ως καταλληλότερη κατοικία για το Θεό -πατέρα, (ακόμα και όταν αυτός ο ουρανός ερμηνευόταν μεταφυσικά). Τα υπερμεγέθη στοιχεία του κόσμου παρέπεμπαν στο μεγαλείο του Θεού και οι διαστάσεις αυτού του κόσμου φαινόταν πως είχαν όρια μέσα στα οποία Εκείνος είχε περικλείσει τη Δημιουργία του. 
     Όμως η επιστημονική επανάσταση άλλαξε την αντίληψη του  περιορισμένου και στατικού Σύμπαντος της Μεσαιωνικής εποχής και έδειξε πως η γη δεν αποτελεί, παρά ένα απειροελάχιστο κόκκο άμμου στην άκρη του κοσμικού ωκεανού. Μπροστά στο αποκαλυπτόμενο νέο Μέγεθος του κόσμου ακόμα και ο Θεός θεωρήθηκε «μικρός» για τα μέτρα του – Η δε θεολογία άρχισε να υποχωρεί απέναντι στην Νέα Επιστήμη της Φύσης, που σταδιακά αποκρυπτογραφούσε τα μυστικά και τους νόμους του Σύμπαντος. Η αλλαγή αυτή στην αντίληψη του χώρου συντάραξε αρχικά, όπως ήταν ευνόητο, τις χριστιανικές συνειδήσεις αφού επέβαλε το ερώτημα της εγγυρότητας των βιβλικών διηγήσεων περί δημιουργίας, που βασίζονταν ακριβώς πάνω σε παραστάσεις του Παλαιού Γεωκεντρικού Σύμπαντος.  Δεν είναι πια ο ουρανός και η γη τα άκρα του κόσμου; Ο Θεός δεν έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη; Ο άνθρωπος δεν είναι κορωνίδα της δημιουργίας, κυρίαρχος και εξουσιαστής;
     Τέτοια ερωτήματα έθεταν εν αμφιβόλω το κύρος της Αποκαλύψεως και καθιστούσαν την πίστη στο Θεό γεγονός μιας εποχής, η οποία θα έπρεπε να αποτελεί  παρελθόν για την ανθρωπότητα. Τα Βιβλικά δεδομένα, ως αφήγηση των ενεργειών του θεού στη φύση ή στην ιστορία, αμφισβητούνταν τώρα από μια μορφή επιστημοσύνης που διεκδικούσε το αλάθητο, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό. Η απολογητική της πίστεως τώρα πιά δεν είχε σαν στόχο μόνο  κάποιους ειδωλολάτρες φιλοσόφους ή κάποιους αρνητές με τη λογική του «φάγωμεν πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν», όπως την περιγράφουν τα σοφιανικά βιβλία  της Π. Διαθήκης.  Οφειλαν  να αναπτυχθούν επιχειρήματα, που να αναδεικνύουν την εγκυρότητα της χριστιανικής αληθείας απέναντι σε εκείνους που αποθέωναν τον ορθό λόγο (rationalismus)  και στο όνομά του υπέβαλαν τα Δόγματα σε εξαντλητική κριτική και στο τέλος τα απέρριπταν.
     Το επιστημονικό πνεύμα επηρέασε ακόμη και θεολόγους που ερευνούσαν ορθολογικά τα Αγιογραφικά κείμενα, σε σημείο που να βλέπουν λ.χ. τη Γραφή στο ίδιο επίπεδο με όλες τις άλλες γραφές των θρησκειών ή να υπερασπίζουν την πίστη, με αναφορά στο ούτως ή άλλως παγκόσμιο φαινόμενο της θρησκείας (ως φυσικής εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος).   Αλλά, αφού όλη η φυσική πραγματικότητα (όπως και η ιστορικο-κοινωνική), μπορούσε να εξηγηθεί αιτιοκρατικά, όφειλαν και οι θεολόγοι του προτεσταντισμού να αρνηθούν το θαύμα και το μυστήριο ή έστω  να του δώσουν άλλες (πιθανές ή απίθανες) ερμηνείες. Έπρεπε να έρθει ένας Pascal απολογούμενος, για να υπερασπίσει τη λογική της καρδιάς έναντι της επιστημοσύνης του νου, ώστε να δικαιώσει την πίστη στον αγιογραφικό λόγο ( ως λόγο του αποκαλυπτόμενου  θεού), μπροστά στην επέλαση της Νεωτερικοτήτας.
    Ωστόσο το κοσμοείδωλο της επιστήμης είχε ήδη αρχίσει να επιδρά αποφασιστικά πάνω  στους ανθρώπους της Δύσης και να χαράζει νέους δρόμους ζωής και σκέψης, που καθόριζαν μια άκρως αντιμεταφυσική στάση και οργάνωναν τις κοινωνίες εξορίζοντας σταδιακά το Θεό ως βίωμα και παρουσία από τις συνειδήσεις.  Έτσι Εκείνος « εκτοπίζεται »  από τις ανθρώπινες υποθέσεις, σε μια αργή αλλά σταθερή πορεία εκκοσμίκευσης,  που οδηγεί  στα σύγχρονα αδιέξοδα.  Ακριβώς αυτά τα αδιέξοδα δεν είναι καθόλου άσχετα με τις θεμελιακές αντιμεταφυσικές παραδοχές του σύγχρονου πολιτισμού, αφού αποτελούν προέκταση της αποθέωσης του ορθού λόγου, ως κριτηρίου πάσης αληθείας, (είτε φιλοσοφικής, είτε επιστημονικής, είτε ιστορικής - κοινωνιολογικής κ.λ.π.). Αν και οι τραγικές πραγματικότητες των τελευταίων αιώνων έδειξαν με σαφήνεια τα όρια του « ορθού λόγου», παρά ταύτα αυτός είναι που καθοδηγεί τις ατομικές ή κοινωνικές συμπεριφορές και όχι ο λόγος του Θεού.   Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον (εξ ορισμού αντιμεταφυσικό), ποιό νόημα μπορεί να έχει το ερώτημα για το Θεό, ως Δημιουργό και Κυβερνήτη της Ζωής;
     Πράγματι, σε ένα επιφανειακό τουλάχιστον επίπεδο, οι μέριμνες του σύγχρονου ανθρώπου λίγο έχουν να κάνουν με το Θεό. Μια τέτοια φροντίδα, ως έσχατη μέριμνα,  (για να θυμηθούμε εδώ την σχετική έκφραση του Paul Tillich) έχει απωθηθεί από τη σκέψη και τη συνείδηση, προς όφελος άλλων πιο θετικών δραστηριοτήτων και προσανατολισμών. Κάτω όμως από ορισμένες ατυχείς συγκυρίες στο πεπρωμένο ατόμων ή λαών, έρχεται στην επιφάνεια η αναζήτηση του προσώπου του θεού έστω και ως χορηγού βοηθείας στις διάφορες περιστάσεις του βίου. Γιατί είναι αλήθεια ( οι πατέρες της εκκλησίας το γνώριζαν αυτό εναργέστατα ) πως  αρκετά συχνά μια στροφή προς το υπερβατικό έχει περισσότερο ως κίνητρο κάποιο στήριγμα στη ζωή, κάποια βοήθεια, παρά την αγάπη για την Αλήθεια (όπως το έχει επισημάνει ο Alexander Schmemann ).
     Σε αυτό το σημείο μοιάζουν πολύ οι συμπεριφορές του σύγχρονου ανθρώπου, ( του « ενηλικιωμένου» μέσω της επιστήμης και της γνώσης ) με εκείνες του ανθρώπου της πατερικής εποχής. Βεβαιώνεται έτσι πως ο επιστημονικός αθεϊσμός  μπορεί να συζητείται ως θεωρία ή να γίνεται έμβλημα μιας ολόκληρης κουλτούρας,  όμως η συνάντηση  με αξεπέραστες τραγικότητες της ίδιας της ζωής απαιτεί διαφορετική προσέγγιση πιο "υπαρξιακή".  Η σύγχρονη κουλτούρα δεν συμπαθεί τις ευαγγελικές αξίες της αγάπης π.χ. ή της ταπεινοφροσύνης.  Αυτές ελαχιστοποιούνται ή απορρίπτονται μέσα στον  ατομικισμό τον εξωθημένο ως τα άκρα από τον ανταγωνισμό των συμφερόντων και τον αμοραλισμό (αφού "νους αποστάς θεού, ή  θηριώδης γίνεται ή δαιμονιώδης" κατά τους πατέρες.).
   Επικρατούν έτσι άλλες αξίες στα μέτρα του ανθρώπου της νεωτερικότητας και των συναφών δραστηριοτήτων του. Εξάλλου σήμερα δικαιολογείται και επιστημονικά ο νόμος της ζούγκλας με την περίφημη θεωρία της εξελίξεως, την  φυσική επιλογή και την επικράτηση του δυνατότερου στις της κοινωνίες. Από την   άλλη πλευρά, γνώρισμα της ίδιας κουλτούρας είναι η επιθυμία (συνειδητή ή ασυνείδητη) να οργανώσει κανείς τη δική του πραγματικότητα, τον κόσμο του, έξω από την σφαίρα της υπερβατικής πραγματικότητας του Θεού και με απόλυτη αφοσίωση στο ενδοκοσμικό. Ο κόσμος αυτός ανακηρύσσεται ως η μόνη αληθινή κατοικία του ανθρώπου, στα όρια του κυριαρχούντος υλισμού.  Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι η κατάπτωση της ίδιας της λέξης Θεός, που καθίσταται σταδιακά κενή περιεχομένου ή έστω χρησιμοποιείται χωρίς πολύ συνείδηση των πραγματικοτήτων που εκφράζει. Δεν υπάρχουν περιθώρια για την παρουσία του εντελώς Άλλου Προσώπου, που θα διηύρυνε την πνευματική όραση και θα αξιολογούσε διαφορετικά τα πράγματα (sub speciae aeternitatis).  Έτσι το Άγιο Πνεύμα, ως πηγή ζωής και "θησαυρός των αγαθών" αγνοείται και αναπληρώνεται από φανταχτερές ουτοπίες, που νοηματοδοτούν τις ενδοκοσμικές δραστηριότητες.
  Σύμφωνα με μια παγιωμένη στη σκέψη νοοτροπία,   τι μπορεί να περιμένει από την προσευχή κάποιος λ.χ., που έχει πεισθεί πως η πίστη ουσιαστικά είναι μια αυταπάτη, ότι είναι σε τελική ανάλυση προβολή επιθυμιών και ελπίδων του ανθρώπου στο υπερπέραν,  όπου βρίσκεται ένας Θεός Πατέρας να τον καθοδηγεί και να τον προστατεύει όπως  μας το έχει πει ήδη ο Freud ; Ακόμη και θεολόγοι περιωπής στη Δύση έρχονται να δικαιολογήσουν την ενηλικίωση του ανθρώπου και να τον συμβουλεύσουν πως το « να ανακατεύεται μέσα σε όλα »  (πολιτική θεολογία) ή « να διαβάζει την εφημερίδα του » λ.χ. είναι είδος προσευχής.  Αυτοί οι θεολόγοι του δίνουν ακόμα και νέες ερμηνείες του Ευαγγελίου, που είναι σύμφωνες  με τα μέτρα της εκκοσμίκευσης.Έτσι  αναδεικνύεται   νέος τύπος ανθρώπου,  που προσδιάζει στη νεωτερική νοοτροπία και που ασφαλώς μπορεί να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί κοινωνιολογικώς,  ώστε να ξεσκεπαστεί όλο το υπόστρωμα της κυρίαρχης φιλοσοφίας ζωής που τον εμπνέει.
   Πως μπορεί λοιπόν ένας τέτοιος τύπος ανθρώπου να εννοήσει πολύ δε περισσότερο να βιώσει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας, για την οποία κάνει λόγο το ευαγγέλιο, ως ανώτατη αξία, όταν στην πράξη η ζωή του εμπνέεται και κατευθύνεται από οράματα και προσδοκίες ξεκάθαρα ανθρωποκεντρικά και ενδοκοσμικά ;  Αυτή η ερώτηση απευθύνεται και προς τους ίδιους τους βαπτισμένους χριστιανούς , που αδυνατούν να νιώσουν τα σύμβολα της πίστης με το βάθος και την πληρότητα άλλων εποχών, όταν λ.χ. το Ευαγγέλιο αποτελούσε ζύμη για την κοινωνία, Μπροστά στη νεοτερικότητα είναι υποχρεωμένος  κανείς να απολογείται περισσότερο για την πίστη του, παρά να την αντιλαμβάνεται ως ζωτική υπόθεση.  Ποιος λόγος π.χ. περί ψυχής ή περί αιωνιότητας θα συγκινήσει σε βάθος τον προσηλωμένο στις υλικές πραγματικότητες άνθρωπο, αφού η καρδιά του ουσιαστικά έχει θεοποιήσει τα παρόντα; ( κατά την έκφραση του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου). Αρκετά  συχνά και ο ίδιος ο θάνατος,  το πλέον δραματικό γεγονός της ύπαρξης, νοηματοδοτείται με κοσμικούς τρόπους (ως κάποιο φυσικό συμβάν λ.χ.), άσχετο με οποιαδήποτε μεταφυσική του θεώρηση.    
    Το Ευαγγέλιο ως άγγελμα σωτηρίας ("έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος"), απογυμνωμένο από τα υπερβατικά  του θεμέλια (αφού ο ζών  θεός της Αποκαλύψεως τίθεται εν αμφιβόλω), περιορίζεται για το σύγχρονο πολιτισμό σε ορισμένες ηθικοκοινωνικές αρχές  βελτίωσης της ζωής, που εύκολα μπορούν να ανατραπούν μπροστά σε υπαρκτές  και τραγικές εμπειρίες.  Άλλωστε γιατί να γίνει κανείς καλός άνθρωπος, έστω με τα μέτρα του κοσμικού ανθρωπισμού, όταν αδιάκοπα προκαλείται από τη δράση του κακού, το οποίο συναντά γύρω του ή μέσα του, ως μια από  τις δυνατότητες της ζωής;
    Με το ερώτημα αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη (και αποφασιστική) για τη νεοτερικότητα ανατροπή, που σχετίζεται με την σταδιακή εγκατάλειψη του Αγίου από την κοινωνία και την δόμησή της πάνω σε αξίες – αφηρημένες έννοιες (λ.χ. ισότητα, δικαιοσύνη κ.α.),  χωρίς την εγγύηση του υπερβατικού. Έσχατη ασυνέπεια αυτής της τακτικής  είναι η απώλεια του υπαρξιακού βάθους της πίστεως, η οποία μας καλεί να σχετισθούμε με τον άλλον ως παιδί του θεού και όχι ως μια μονάδα – ατομικότητα μέσα σε μια απρόσωπη κοινωνία.  Εξ ού και η τρανταχτή αποτυχία των ανθρωπιστικών ιδανικών σε όλο το φάσμα της νεωτερικής εποχής, ένδειξη και αυτό του γεγονότος ότι ο άνθρωπος έχει φτιαχτεί για κάτι πολύ ανώτερο από αυτό, που του προσφέρουν οι πάσης φύσεως αφηρημένες ιδεολογίες.
  Έχει φτιαχτεί για μια ουσιαστική κοινωνία με τους άλλους και το Θεό, έστω και αν το καταλαβαίνει μόνο διαισθητικά.  Είναι προορισμένος να γίνει εκκλησία, σε ενότητα με την δημιουργία και το Δημιουργό Του.  Ο σύγχρονος όμως άνθρωπος , διαμορφωμένος πολιτιστικά από τις παντοειδείς  εκκοσμικευμένες ιδεολογίες, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμιν».  Ακόμη και σε περιβάλλοντα, που έχομε συνηθίσει να τα αποκαλούμε παραδοσιακά, η κοσμικότητα ως ανταγωνιστική θρησκεία έχει επιβάλλει τους όρους της. Πως είναι λοιπόν δυνατόν να κάνουμε λόγο για ορθόδοξη πίστη και ευαγγελικό  τρόπο ζωής, εντός του συγχρόνου μας περιβάλλοντος και του ψυχισμού που αυτό έχει διαμορφώσει ;  Μπορεί ένας τέτοιος λόγος να τύχει ανταπόκρισης ή έστω να ακουστεί αρχικά σε ένα επίπεδο αναζήτησης και διαλόγου ; Υπάρχει κάτι μέσα στον άνθρωπο που θα τον κάνει να πιστέψει, παρά την καταλυτική επέλαση της νεοτερικότητας εναντίον του ;
   Τα ερωτήματα αυτά χρήζουν διευκρίνησης και η ορθόδοξος θεολογία, με όλο το δυναμισμό της, νομίζουμε ότι μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις αναζητήσεις και του σύγχρονου ανθρώπου για τα πρώτα και έσχατα ερωτήματα και να του προσφέρει «άρτον ζωής».
   Για να το κάνει αυτό όμως, χρειάζεται να εργασθεί " μετ ' επιστήμης ". Να έχει επίγνωση του ανθρώπινου ψυχισμού, όπως τον έχει διαμορφώσει η Νεοτερικότητα, δηλ. του εδάφους πάνω στο οποίο θα γίνει η σπορά του " αιωνίως Νέου " , ώστε να υπάρξη βλάστηση και καρποφορία.  Και προς την κατεύθυνση αυτή, θέλουν να στρέψουν την προσοχή οι παραπάνω σημειώσεις, που έστω και ως Σχεδίασμα οφείλει να έχει κάποιος κατά νουν, εάν θέλει να κάνει επίκαιρη  τη ρωμαλέα παράδοση της Πατερικής θεολογίας, ενεργοποιώντας την μέσα στις σύγχρονες Ιστορικοκοινωνικές συνθήκες.

 Β.  ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ "ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ"

 Να συνοψίσουμε λοιπόν αυτές τις συνθήκες. όσο το δυνατόν πιο περιεκτικά, με τα γραφόμενα του καθηγητή Απ ΝικολαΪδη, ο οποίος συμπεραίνει τα ακόλουθα : "η απουσία του Θεού σήμανε την τραγικότητα και κρίση του πολυδιαφημισμένου ανθρωπισμού που στάθηκε και στέκεται ανίκανος να ανακόψει την επέλαση ολοκληρωτικών ιδεολογιών και πρακτικών. Αναφέρω δύο παραδείγματα: την απειλή της τεχνολογίας που καταργεί κάθε ίχνος προσωπικής αυτοδιάθεσης, αλλά και την απειλή της Γενετικής που έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει δραστικά στο DNA και να παράγει κατά παραγγελία ανθρώπους, έτοιμους να υπηρετήσουν τις ολοκληρωτικές διαθέσεις των υπερανθρώπων δημιουργών τους κλπ.  Ίσως τώρα κατανοούμε καλύτερα τα λόγια του Nietzsche: «Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί» και «δείτε. Σας δείχνω τον τελευταίο άνθρωπο» και «η γη έχει δέρμα.  Και το δέρμα τούτο είναι γεμάτο αρρώστιες. Μια απ’ αυτές τις αρρώστιες τη λένε άνθρωπο». 
      Ο «θάνατος του Θεού» λειτούργησε ως αναγκαία προϋπόθεση ανεξαρτητοποίησης και απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά ενός προσωπικού κυρίως Θεού, αυτόν που κηρύσσει ο θεϊσμός. Αν υπάρχει Θεός, τότε είναι ανύπαρκτη η ελευθερία. Αυτός ο Θεός, κατά τον J.Robinson, πρόδρομο της «θεολογίας θανάτου του Θεού», έπρεπε να φονευθεί, για να μη μείνει ο άνθρωπος ανήλικος και πνευματικά ανελεύθερος. Η ανθρώπινη προσπάθεια για χειραφέτηση και απόδραση από το χώρο του Θεού παραπέμπει στην αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου να κόψει όλες τις γέφυρες ζωτικής εξάρτησης, να καταργήσει κάθε είδους ετερονομίες με στόχο την πλήρη αυτονόμησή του. Αυτό αποτέλεσε τη θεωρητική βάση για την ανάπτυξη και μεγιστοποίηση του πνεύματος του ατομικού και ομαδικού ατομικισμού.
     Σε πείσμα της χριστιανικής θρησκευτικής παράδοσης που υπογραμμίζει την ενότητα του ανθρώπινου γένους και την ανάγκη δραστηριοποίησης της αγάπης που μπορεί να ενώνει τα εκάστοτε διεστώτα, ο κατά τα άλλα χριστιανικός πολιτισμός επιδεικνύει συμπεριφορές που τονίζουν και αποδεικνύουν την αποθέωση του εγωισμού. Το Εμείς διασπάστηκε και μοιράστηκε σε πολλά μοναχικά Εγώ που αναπτύσσουν πολωτικές και ανταγωνιστικές σχέσεις με κύριο χαρακτηριστικό την εξόντωση ή εκμετάλλευση ή υποτίμηση του συνανθρώπου. Τα τρία κακά του παρελθόντος «ηδυπάθεια, κυριαρχομανία, εγωϊσμός» μεταλλάχτηκαν και βαπτίστηκαν προ πολλού σε τρία καλά.  Είναι και πάλι χαρακτηριστικός ο λόγος του Ζαρατούστρα: «Δεν σας συμβουλεύω την αγάπη προς τον πλησίον… Την αγάπη προς τον μη πλησίον σας συμβουλεύω». «Η αγάπη σας προς τον πλησίον σας είναι η κακή αγάπη για τον εαυτό σας», προτείνοντας ταυτόχρονα την αγιοποίηση του Εγώ σε διαφοροποίηση προς το αγιοποιημένο Σύ του παρελθόντος: «Τον ίδιο τον εαυτό μου προσφέρω στην αγάπη μου, και τον πλησίον μου επίσης στον εαυτό μου».
  Αυτό γίνεται φανερό σε κάθε πτυχή της ζωής. Και πρώτα στις σχέσεις των δύο φύλων. Από τη μία πλευρά ο πολιτισμός μας ευνοεί την υποτίμηση της γυναίκας, δημιουργώντας τις κατάλληλες δυνατότητες για μετατροπή και χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου κατοχής, ηδονής και καταναλωτικού αγαθού και από την άλλη την ωθεί σε ακραίες φεμινιστικού τύπου συμπεριφορές που ευτελίζουν και την ίδια τη γυναίκα και τους θεσμούς στους οποίους είναι ενταγμένη. Ο ίδιος πολιτισμός καθιστά το γάμο συμβατική υποχρέωση και γι’ αυτό άχρηστο και προβληματικό, υιοθετώντας την προσωρινότητα, βραβεύοντας με τούτο  ή τον άλλο τρόπο την εναλλαγή των συντρόφων και υπογραμμίζοντας την εγωϊστική αυτοδιάθεση των συζύγων.
 Την ίδια εικόνα διάλυσης παρουσιάζουν βέβαια και άλλοι θεσμοί, όπως η εκπαίδευση, η πολιτική, η οικονομία ή χώροι ανθρώπινης δραστηριοποίησης, όπως είναι ο χώρος της εργασίας, όπου συγκρούεται το συμφέρον του εργαζόμενου με το συμφέρον του εργοδότη, όποιος κι αν είναι αυτός. Ο πολιτισμός μας είναι, όπως πάντα, πολιτισμός των ανταγωνιστών και της δυναμικής αχρήστευσης του άλλου, του απέναντι.
 Αυτό το πνεύμα της απόλυτης αυτοδιάθεσης καθιστά το σύγχρονο άνθρωπο ανέραστο, άφιλο και μοναχικό, παρά την αυξημένη ικανότητα και δυνατότητα επικοινωνίας, συνύπαρξης και σύμπραξης. Ο πολιτισμός εικονίζει πλέον την κόλαση ως μια κατάσταση ακοινωνησίας και απόλυτης μοναξιάς. Η μετατροπή του ουρανού σε γη και η αναζήτηση του παραδείσου στον «αναπτυγμένο» πολιτισμό μας οδήγησε σε υποκατάστατα που δεν κατάφεραν να παράξουν και να ενεργοποιήσουν αληθινές σχέσεις κοινωνικότητας,αφού καταργήθηκε το μοναδικό κριτήριο υπέρβασης των ατομικιστικών συμπεριφορών και εγγύησης της   πραγματικής και ουσιαστικής κοινωνικότητας, που είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος δεν κατάφερε ποτέ, παρά την ενδεχόμενη πρόθεση και την διαφημιζόμενη πολιτιστική αναβάθμισή του, να παίξει αυτό το ρόλο, λόγω της φύσης και των εγγενών αδυναμιών των δικών του και του πολιτισμού του.
    «Ο θάνατος του Θεού» ως θάνατος του απόλυτου και ανώτατου αγαθού οδηγεί στη δαιμονοποίηση του πολιτισμού με τη γιγάντωση της παρουσίας, δράσης και αντίδρασης του κακού. Αναφέρομε δύο παραδείγματα:
 Α) Την επιδεικτική παρουσία, διαφήμιση και υιοθέτηση του κακού και στην αντίστοιχη αποσιώπηση του καλού σε σημείο που να δημιουργείται η εντύπωση ότι το κακό είναι εκείνο που κυριαρχεί σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής και ακόμη της θρησκευτικής ζωής. Διαπίστωση που συνέχει κυρίως τους νέους ανθρώπους που αναζητούν ισχυρά πρότυπα, ανόθευτη βιοτή, αξιόπιστους θεσμούς και εξουσίες και ασφαλείς εγγυητές για ένα καλύτερο μέλλον. Αντίθετα προς τις παραπάνω προσδοκίες εδραιώνεται μια ανασφάλεια που προκαλεί η γένεση και δράση δυνάμεων με χαρακτηριστικό την ανωνυμία, την παρασκηνιακή δυναμική, τις ολοκληρωτικές διαθέσεις, και την αίσθηση ότι είναι οι κυρίαρχες δυνάμεις σε όλους τους ζωτικούς τομείς. Χαρακτηριστική είναι επίσης η εξάπλωση του σατανισμού με τα γνωστά αποτελέσματα.
 Β) Την απειλή που δέχεται η ανθρωπότητα από την ερευνητική, τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο. Η αιτία βρίσκεται στη διπλή και αμφίρροπη λειτουργικότητα αυτής της προόδου Από τη μια μεριά φαίνεται να διευκολύνεται η ζωή του ανθρώπου και από την άλλη να απειλείται είτε με εξαφάνισή της από τον πλανήτη γη, είτε με την αλλοίωση της ποιότητας ζωής. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρομε την πυρηνική ενέργεια και τους φόβους που συνοδεύουν τη χρήση της, την τεχνολογία και το ρόλο της στην αχρήστευση του ανθρώπινου δυναμικού.
   Με το «θάνατο του Θεού» μετακινείται η αιτία και το κριτήριο της αυθεντικότητας και της αλήθειας των πραγμάτων στον άνθρωπο. Παρά την προσπάθειά του για χειραφέτηση ο σύγχρονος ευρωπαίος είναι γνήσιο τέκνο της παράδοσής του με κύρια χαρακτηριστικά το αλάθητο και τον ορθολογισμό. Έτσι καθίσταται φυσιολογική η αλλοίωση των κριτηρίων με την απολυτοποίηση- μεταφυσικοποίηση του υποκειμενικού λόγου και την υποταγή στη λογική του ωφέλιμου και συμφέροντος. Η εμπειρία έδειξε ότι το ωφέλιμο και το συμφέρον ήσαν πάντοτε με το μέρος των ολίγων αλλά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ισχυρών. Έδειξε επίσης την ευκολία με την οποία οι καλοί ή δήθεν καλοί σκοποί εξαγιάζουν ακόμη και τα πιο απάνθρωπα μέσα, ένα ακόμη χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού.
    Γίνεται έτσι ολοφάνερη η κρίση όλων των μεταχριστιανικών και ανθρωπιστικών αξιών, αφού κέντρο δεν είναι πια ο Θεός, αλλά ο άνθρωπος, που επιθυμεί να παίξει το ρόλο του θεού ως ρόλο λυτρωτή. Οι αξίες διακρίνονται και κινούνται στα πλαίσια μιάς άκρατης ενδοκοσμικότητας και ενός εκκοσμικευμένου ψευδοχριστιανισμού. Γιατί πώς είναι  δυνατόν στα πλαίσια του σύγχρονου πολιτισμού να γίνεται λόγος για την ανάγκη διευθέτησης των ανθρώπινων σχέσεων με το κριτήριο της αγάπης, όπως προτείνει ακόμη και η περίφημη Σχολή της Φρανκφούρτης στο πρόσωπο του M.Horkheimer, όταν το περιεχόμενο της αγάπης είναι απορφανισμένο και αποξενωμένο από το χώρο που γεννήθηκε, δηλαδή τη ζωή του τριαδικού Θεού; Δείτε για παράδειγμα την εντυπωσιακή σύνδεση αγάπης και διαζυγίου, όπως την εμφανίζει ο σχολιαστής του J.A.T.Robinson H.Benckert: Το διαζύγιο είναι πράξη αγάπης, αρκεί να αποβαίνει προς το καλό των γονέων και των τέκνων.
     Πόσο αληθινή και αποτελεσματική μπορεί να είναι επίσης η ιδεολογία του αγαπισμού, το υποκατάστατο της αγάπης, όταν το μόνο που φροντίζει είναι να αναζητά καταστάσεις, στις οποίες θα μπορούσε να εκπληρωθεί καλύτερα η εντολή της αγάπης, ή κανόνες που θα αντιστοιχούσαν καλύτερα στην εντολή της αγάπης; Το ίδιο προβληματικές είναι και οι έννοιες ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία κλπ., στο όνομα των οποίων διαπράττονται και στη συνέχεια εξαγιάζονται προμελετημένα και οργανωμένα εγκλήματα εναντίον ατόμων, κοινωνικών ομάδων, λαών και γενεών.
      Πολύ σωστά παρατηρήθηκε ότι «εάν η θεολογία είναι όντως θεο-λογία, τότε είναι αύτη λόγος περί του ζώντος και ουχί περί του νεκρού Θεού. Εάν δε αύτη είναι λόγος περί του νεκρού Θεού, δεν είναι θεολογία. Και πάλιν: τι σημαίνει «θάνατος του Θεού;» Εάν ο Θεός υπήρξε κάποτε, είναι δυνατόν να απέθανε τώρα, να μην υπάρχει πλέον; Εάν δε ουδέποτε υπήρξε, τι νόημα έχει να ομιλώμεν περί θανάτου του Θεού;» Επομένως η αναζήτηση του θανάτου δεν επιτρέπεται να γίνεται στο χώρο του Θεού , αλλά στο χώρο του ανθρώπου.
    Καθώς σημειώνει ο G .Hasenhuttl το μόνο που πέθανε και έχει σχέση με το θεό είναι η εμπειρία μας, δηλαδή η δική μας εικόνα για το Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πέθανε ο Θεός, αλλά μια ορισμένη μορφή της πίστης μας και βέβαια μια ορισμένη μορφή της χριστιανικής  πράξης μας, αφού αυτή κυρίως έγινε η αιτία για τον ευτελισμό της εννοίας και την απόρριψη του ρόλου του Θεού στον σύγχρονο πολιτισμό.
Εδώ ακριβώς  έγκειται η ευθύνη των εκπροσώπων αλλά και των λοιπών ανθρώπων του Θεού, να «νεκραναστήσουν» και να επαναφέρουν στη ζωή και στον πολιτισμό ένα Θεό απαλλαγμένο από τις αμαρτίες του παρελθόντος, Θεό αληθινό, αξιόπιστο, έτοιμο να συμπορευθεί με τον άνθρωπο προς τα έσχατα της ιστορίας. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μας και η μοναδική προοπτική «νεκρανάστασης» και υπέρβασης της κρίσης όχι μόνο του ευρωπαϊκού αλλά και συνόλου του πανανθρώπινου πολιτισμού.
    Σημαντικός θα μπορούσε να θεωρηθεί στο σημείο αυτό ο ρόλος της ορθόδοξης θεολογίας,  που κρατά ζωντανό και αλώβητο το Θεό και τις ενέργειές του δια μέσου των αιώνων και έχει την ευκαιρία να υποδείξει καταπληκτικά δείγματα πολιτισμού και αληθινών ανθρώπινων σχέσεων.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ο μαραγκός και το φέρετρο


Ένας από τους φανατικότερους και σκληρότερους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού ήταν και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης. Έκανε στόχο του, να εξαλείψει το Χριστιανισμό και να αναβιώσει την ψεύτικη και δαιμονική θρησκεία των ειδώλων.
       Κάποτε, για να έχει μια προσωπική ενημέρωση για τα ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ της προσπάθειας του, έκανε μια μεγάλη περιοδεία σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας του. Έφτασε και στην Αντιόχεια. Εκεί συνάντησε έναν παλιό του γνωστό. Τον Χριστιανό Αγάθωνα, που τον γνώριζε  από τα νεανικά του χρόνια. `Ο Ιουλιανός θέλησε να τον ειρωνευτεί για την πίστη του στον Χριστό, να του πουλήσει πνεύμα. Τον χαιρέτησε λοιπόν και τον ρώτησε εμπαικτικά:
       -Τι γίνεται μ' εκείνον τον μαραγκό από την Γαλιλαία; Πώς πάνε oι δουλειές του; Έχει ακόμα δουλειά;
         Ο Αγάθων τότε απάντησε: Βεβαίως, βασιλιά μου. Έχει αρκετή απασχόληση. Τώρα  τελευταiα φτιάχνει  ένα φέρετρο. Για την μεγαλειότητα σου.
         Μετά από 6 μήνες ο Ιουλιανός πέθαινε σε μια μάχη εναντίον των Περσών με την κραυγή: «Νενίκηκάς με, Γαλιλαίε!».
         Πράγματι! Με πόση ακρίβεια  η Ιστορία δικαιώνει τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που παρατηρούσε:
         «Από πόσους πολεμήθηκε η Εκκλησία.. Αλλά ποτέ δεν νικήθηκε! Πόσοι τύραννοι! Πόσοι Στρατηγοί! Πόσοι βασιλείς! Ο Αύγουστος, ο Τιβέριος, o Γάιος, ο Κλαύδιος, ο Νέρων, άνθρωποι με τεράστια  δύναμη, την πολέμησαν, ενώ όταν ακόμη στα σπάργανά της. Αλλά δεν κατάφεραν να την ξεριζώσουν... Πού είναι, όσοι πολέμησαν την Εκκλησία;» Δεν γίνεται πια  λόγος γι' αυτούς.                       
         Έχουν  λησμονηθεί...    Που είναι η 'Εκκλησία;  Υψώνεται υπεράνω του ουρανού και λάμπει περισσότερο και από τον ήλιο. Είναι οδυνηρό νά κλωτσάει κανείς σε μυτερά καρφιά. Δεν χαλάει τα καρφιά. Τα ποδιά του ματώνει. Τα κύματα δεν την διαλύουν την πέτρα. Αυτά διαλύονται σε αφρό...    Τίποτε δεν εiναι δυνατότερο από την Εκκλησία, άνθρωπε.  Αν  έχεις  πόλεμο με έναν άνθρωπο, η θα νικηθείς ή θα νικήσεις.  Αν έχεις πόλεμο, όμως, με την Εκκλησία είναι αδύνατον να νικήσεις... Ακουέτωσαν ταύτα "Έλληνες. Ακουέτωσαν  Ιουδαίοι...».
 Από το βιβλίο ΄΄ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ΄΄   Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα

π. Σπυρίδων Βασιλάκος: "Θεογνωσία: Η σχέση μας με το Θεό"

Ἐγκώμιο στούς Ἁγίους Πάντες(Ἅγιου Ἰωάννου του Χρυσοστόμου)


Ἐγκώμιο στούς Ἁγίους Πάντες, πού μαρτύρησαν σ᾽ ὅλο τόν κόσμο

1. -. Δέν πέρασαν ἀκόμη ἑπτά μέρες, ἀπό τότε πού γιορτάσαμε τήν ἱερή πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς, καί πάλι μᾶς πρόφθασε χορός μαρτύρων ἤ καλύτερα στρατιά μαρτύρων καί παράταξη, πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τή στρατιά τῶν ἀγγέλων, τήν ὁποία εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ἀλλά εἶναι ἴδιας ἀξίας καί τάξης μέ αὐτή. Γιατί μάρτυρες καί ἄγγελοι διαφέρουν μόνο στά ὀνόματα, στά ἔργα τους ὅμως ταυτίζονται. Στόν οὐρανό κατοικοῦν οἱ ἄγγελοι, στόν οὐρανό καί οἱ μάρτυρες. Αἰώνιοι καί ἀθάνατοι εἶναι ἐκεῖνοι, τό ἴδιο θά γίνουν καί οἱ μάρτυρες. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἔλαβαν καί ἀσώματη φύση; Καί τί σημασία ἔχει αὐτό; Γιατί οἱ μάρτυρες, ἄν καί ἔχουν σῶμα, ὅμως εἶναι ἀθάνατο ἤ καλύτερα καί πρίν ἀπό τήν ἀθανασία ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στολίζει τά σώματά τους περισσότερο ἀπό τήν ἀθανασία. Δέν εἶναι τόσο λαμπρός ὁ οὐρανός, πού στολίζεται μέ τό πλῆθος τῶν ἀστεριῶν, ὅσο εἶναι τά σώματα τῶν μαρτύρων, πού στολίζονται μέ τό λαμπρό αἷμα τῶν τραυμάτων. Ὥστε ἐπειδή πέθαναν γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἀνώτεροι, καί βραβεύτηκαν πρίν ἀπό τήν ἀθανασία παίρνοντας τά στεφάνια ἀπό τήν ὥρα τοῦ θανάτου τους.


«Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους, τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή» (Ψαλμ. 8, 6), λέει ὁ Δαυίδ, γιά τή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί τό λίγο αὐτό πού στεροῦνταν οἱ ἄνθρωποι σέ σχέση μέ τούς ἀγγέλους, τό συμπλήρωσε ὁ Χριστός ὅταν ἦρθε, καταδικάζοντας τό θάνατο μέ τό δικό του θάνατο. Ἐγώ ὅμως δέν ἀντλῶ ἀπ᾽ ἐδῶ τά ἐπιχειρήματά μου, ἀλλά ἀπό τό ὅτι τό μειονέκτημα αὐτό τοῦ θανάτου ἔγινε πλεονέκτημα. Γιατί ἄν δέν ἦταν θνητοί δέν θά γίνονταν μάρτυρες. Ὥστε ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος δέν θά ὑπῆρχε καί στεφάνι. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά ὑπῆρχε καί μαρτύριο. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά μποροῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά λέει: «Κάθε μέρα πεθαίνω, μά τό δικό σας καύχημα, πού ἔχω στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 15, 31). Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος καί φθορά, δέν θά μποροῦσε πάλι ὁ ἴδιος νά λέει: «Χαίρομαι στά παθήματά μου γιά σᾶς, καί ἀναπληρώνω στή σάρκα μου τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1, 24). Ἄς μήν λυπούμαστε λοιπόν ἐπειδή γίναμε θνητοί, ἀλλά ἄς εὐχαριστοῦμε, ἐπειδή ἀπό τό θάνατο μᾶς ἀνοίχτηκε τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ἀπό τή φθορά λάβαμε ἀφορμή γιά τά βραβεῖα. Ἀπό ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀφορμή γιά ἀγωνίσματα.

Βλέπεις τή σοφία τοῦ Θεοῦ, πῶς τό πιό μεγάλο κακό τό ἀποκορύφωμα τῆς συμφορᾶς πού μᾶς ἔφερε ὁ διάβολος, ἐννοῶ τό θάνατο, τόν μετέτρεψε σέ τιμή καί δόξα μας, ὁδηγώντας μ᾽ αὐτόν τούς ἀθλητές στά βραβεῖα τοῦ μαρτυρίου; Τί θά κάνουμε ὅμως; Θά εὐχαριστήσουμε τό διάβολο γιά τό θάνατο; Ὁ Θεός νά φυλάξει. Γιατί τό κατόρθωμα δέν εἶναι ἔργο τῆς δικῆς του θελήσεως, ἀλλά εἶναι χάρισμα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος τόν ἔφερε γιά νά μᾶς καταστρέψει καί ξαναφέρνοντάς μας στή γῆ νά ξεκόψει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας. Ὁ Χριστός ὅμως, μέ τό δικό του θάνατο ἄλλαξε τήν πορεία καί μέ τόν ἴδιο τό θάνατο μᾶς ἀνέβασε πάλι στόν οὐρανό. Κανείς σας λοιπόν ἄς μήν μέ κατηγορήσει, ἄν ὀνόμασα τό σύνολο τῶν μαρτύρων χορό καί στράτευμα, δίνοντας δυό ἀντίθετα ὀνόματα στό ἴδιο πράγμα. Γιατί χορός καί στράτευμα εἶναι ἀντίθετα πράγματα, ἐδῶ ὅμως ἔγιναν ἕνα. Ἐπειδή βάδιζαν μ᾽ εὐχαρίστηση στά βασανιστήρια, σάν νά χόρευαν καί ἔδειξαν τόση ἀνδρεία καί ἀντοχή σάν νά βρίσκονταν σέ πόλεμο καί νίκησαν τούς ἐχθρούς. Ἄν βέβαια ἐξετάσουμε τή φύση τῶν ὅσων γίνονταν, ἦταν μάχη καί πόλεμος καί παράταξη. Ἄν ὅμως ἐξετάσεις τή διάθεση αὐτῶν πού ἔπασχαν, ἦταν χοροί, ὅσα συνέβαιναν, ἦταν διασκεδάσεις καί πανηγύρια καί ἡ πιό μεγάλη ἀπόλαυση.

Θέλεις νά μάθεις ὅτι αὐτά ἦταν πιό τρομερά ἀπό τόν πόλεμο; Ἐννοῶ τά σχετικά μέ τούς μάρτυρες. Ποιό τέλος πάντων εἶναι τό φοβερό στόν πόλεμο; Στήνονται καί ἀπό τίς δυό μεριές στρατόπεδα περιφραγμένα, πού λάμπουν ἀπό τά ὅπλα καί καταυγάζουν τή γύρω περιοχή, ρίχνοντας ἀπό παντοῦ σύννεφα τά βέλη, πού μέ τό πλῆθος τους κρύβουν τόν οὐρανό, τρέχουν αὐλάκια τά αἵματα πάνω στή γῆ καί εἶναι πολλοί ὁλόγυρα οἱ νεκροί. Ὅπως ἀκριβῶς στό θερισμό πέφτουν στή γῆ τά στάχυα, ἔτσι καί ἐδῶ εἶναι οἱ στρατιῶτες, καθώς πέφτουν ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλο. Ἔλα λοιπόν νά σέ ὁδηγήσω ἀπό ἐκεῖνα σ᾽ αὐτή ἐδῶ τή μάχη. Καί ἐδῶ ὑπάρχουν δυό παρατάξεις, ἡ μία τῶν μαρτύρων καί ἡ ἄλλη τῶν τυράννων. Ἀλλά οἱ τύραννοι εἶναι ὁπλισμένοι τέλεια, οἱ μάρτυρες ὅμως μάχονται μέ γυμνό τό σῶμα καί ἡ νίκη ἀνήκει στούς γυμνούς καί ὄχι στούς ὁπλισμένους. Ποιός δέν θά ἀποροῦσε, μέ τό ὅτι αὐτός πού μαστιγώνεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν μαστιγώνει; Ὁ δεμένος νικάει τόν ἐλεύθερο; Αὐτός πού κατακαίγεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν καίει; Αὐτός πού πέθαινει νικάει ἐκεῖνον πού τόν σκοτώνει;

Εἶδες πώς αὐτά εἶναι πιό φοβερά ἀπό ἐκεῖνα; Ἐκεῖνα ἄν καί εἶναι φοβερά, γίνονται ὅμως μέ φυσικό τρόπο, αὐτά ὅμως ξεπερνοῦν κάθε φυσικό τρόπο καί κάθε σειρά τῶν πραγμάτων, γιά νά μάθεις ὅτι τά κατορθώματα εἶναι τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἄν καί τί εἶναι πιό ἄδικο ἀπό τή μάχη αὐτή; Τί πιό παράνομο ἀπό τά ἀγωνίσματα; Γιατί στούς πολέμους καί οἱ δύο πού μάχονται προστατεύονται, ἐδῶ ὅμως δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὁ ἕνας εἶναι γυμνός καί ὁ ἄλλος ὁπλισμένος. Στούς ἀγῶνες πάλι ἐπιτρέπεται καί στούς δυό νά σηκώνουν τά χέρια ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐδῶ ὅμως ὁ ἕνας εἶναι δεμένος καί ὁ ἄλλος κτυπάει ἐλεύθερος καί πληγώνει. Καί αὐτοί πού δίκαζαν σάν νά ᾽ταν ἐξουσιαστές ἐξασφάλισαν γιά τούς ἑαυτούς τους τό δικαίωμα νά κακοποιοῦν. Στούς δίκαιους μάρτυρες ὅμως ἔδωσαν τό προνόμιο νά κακοποιοῦνται. Ἔτσι μάχονται μέ τούς ἁγίους καί οὔτε ἔτσι τούς νικοῦν. Ἀλλά μετά τήν ἄνιση αὐτή μάχη, ἀφοῦ νικήθηκαν ὑποχώρησαν. Καί αὐτό μοιάζει σάν κάποιον πού φέρνει ἕνα πολεμιστή στόν πόλεμο, τοῦ κόβει τήν αἰχμή τοῦ δόρατος, τοῦ βγάζει τό θώρακα καί τόν διατάζει νά μάχεται ἔτσι μέ γυμνό σῶμα. Ἀλλά ὁ πολεμιστής ἄν καί χτυπιέται, πληγώνεται καί τραυματίζεται βαριά, τελικά στήνει τρόπαιο νίκης.

Καθώς ὁδηγοῦσαν τούς μάρτυρες γυμνούς, μέ δεμένα πίσω τά χέρια καί ἀπό παντοῦ τούς χτυποῦσαν καί τούς ξέσκιζαν, φαίνονταν πώς νικοῦνταν, ὅμως αὐτοί ἄν καί τραυματίζονταν, ἔστηναν τό τρόπαιο τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Καί ὅπως τό διαμάντι ὅταν χτυπιέται δέν σπάζει, οὔτε μαλακώνει, ἀλλά διαλύει τό σίδερο πού τό χτυπᾶ, ἔτσι ἀκριβῶς καί οἱ ψυχές τῶν ἁγίων, ἐνῶ βασανίζονταν τόσο πολύ, οἱ ἴδιες δέν πάθαιναν κανένα κακό, ἀλλά διέλυαν τή δύναμη ἐκείνων πού τούς χτυποῦσαν καί τούς ἔδιωχναν ἀπό τούς ἀγῶνες νικημένους, ντροπιασμένους καί βαριά τραυματισμένους. Γιατί ἔδεσαν τούς μάρτυρες καί στό ξύλο καί τρυποῦσαν τά πλευρά τους, ἀνοίγοντας βαθιά αὐλάκια, σάν νά ὄργωναν τή γῆ, ἀλλά δέν ἔσκιζαν τά σώματά τους. Καί μποροῦσε νά δεῖ κανείς λαγόνες ξεσκισμένες, πλευρά ἀνοιγμένα καί στήθη τσακισμένα. Οὔτε ἐδῶ ὅμως σταματοῦσαν τή μανία τους τά αἱμοβόρα ἐκεῖνα θηρία, ἀλλά, ἀφοῦ τούς κατέβαζαν ἀπό τό ξύλο, τούς τέντωναν σέ σιδερένια σχάρα πάνω σέ ἀναμένα κάρβουνα. Καί τότε μποροῦσες νά δεῖς ἀκόμη σκληρότερα θεάματα ἀπό τά προηγούμενα. Νά τρέχουν δηλαδή διπλές σταγόνες ἀπό τά σώματά τους, ἄλλες ἀπό τό αἷμα πού χυνόταν καί ἄλλες ἀπό τίς σάρκες πού ἔλειωναν. Οἱ ἅγιοι ὅμως πού ἦταν ξαπλωμένοι πάνω στά κάρβουνα σάν νά ἦταν ρόδα, παρακολουθοῦσαν μέ πολλή εὐχαρίστηση τά ὅσα γίνονταν.

2. -. Ἐσύ ὅμως ὅταν ἀκούσεις σιδερένια σχάρα φέρε στό νοῦ σου τή νοητή σκάλα, πού εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ νά ἁπλώνεται ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀπό ἐκείνη κατέβαιναν ἄγγελοι, ἀπό αὐτήν ἀνεβαίνουν μάρτυρες, καί τίς δύο δέ τίς στηρίζει ὁ Κύριος. Δέν θά ἄντεχαν τούς πόνους αὐτοί οἱ ἅγιοι, ἄν δέν στηρίζονταν σ᾽ αὐτή τή σκάλα. Ἀπό ἐκείνη ἀνεβαίνουν καί κατεβαίνουν ἄγγελοι. Καί ἀπό αὐτή, εἶναι ὁλοφάνερο πώς ἀνεβαίνουν καί μάρτυρες. Καί γιατί αὐτό; Ἐπειδή οἱ ἄγγελοι στέλνονται γιά νά ὑπηρετήσουν αὐτούς πού θά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Οἱ μάρτυρες ὅμως σάν ἀθλητές καί νικητές, ἀφοῦ ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τούς ἀγῶνες, ἔφυγαν στή συνέχεια γιά τόν ἀγωνοθέτη.

Ἀλλά ἄς μήν ἀγγίζουν μονάχα τ᾽ ἀφτιά μας τά ὅσα λέγονται. Ὅταν δηλαδή ἀκοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν κάρβουνα, κάτω ἀπό τά καταπληγωμένα σώματα, ἄς ἀναλογιστοῦμε πῶς νιώθουμε ὅταν μᾶς πιάσει ξαφνικά πυρετός. Νομίζουμε ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἀνυπόφορη, ταραζόμαστε, δυσανασχετοῦμε, γκρινιάζουμε σάν μικρά παιδιά, θεωρώντας ὅτι ἡ φλόγα τοῦ πυρετοῦ δέν εἶναι καθόλου μικρότερη ἀπό τήν κόλαση. Αὐτοί ὅμως, χωρίς νά τούς πιάσει πυρετός, ἀλλά ἔχοντας ὁλόγυρά τους τή φλόγα νά τούς ζώνει καί τίς σπίθες νά πηδοῦν ἐπάνω στίς πληγές καί νά δαγκώνουν τά τραύματα πιό ἄγρια ἀπό κάθε θηρίο, ἦταν σάν ἀδαμάντινοι καί ἔβλεπαν τά ὅσα γίνονταν σάν νά συνέβαιναν σέ ξένα σώματα. Ἔτσι μέ πολλή γενναιότητα καί μέ πολλή ἀνδρεία στέκονταν σταθεροί στήν ὁμολογία τους, μένοντας ἀκλόνητοι σ᾽ ὅλα τά βασανιστήρια καί κάνοντας νά λάμψει καί ἡ δική τους ἀνδρεία καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε δεῖ πολλές φορές ν᾽ ἀνεβαίνει ψηλά τήν αὐγή ὁ ἥλιος καί νά στέλνει τίς χρυσές ἀκτίνες του; Ἔ, τέτοια ἦταν τά σώματα τῶν ἁγίων. Σάν χρυσές ἀκτίνες τούς περικύκλωναν ἀπό παντοῦ σάν ρυάκια μέ τό αἷμα καί ἔκαναν νά λάμπει τό σῶμα τους πολύ περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι κάνει ὁ ἥλιος τόν οὐρανό.

Βλέποντας αὐτό τό αἷμα οἱ ἄγγελοι χαίρονταν, οἱ δαίμονες φοβοῦνταν καί ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἔτρεμε. Γιατί δέν ἦταν ἁπλῶς αἷμα αὐτό πού τώρα ἔβλεπαν, ἀλλά αἷμα σωτήριο, αἷμα ἅγιο, αἷμα ἄξιο γιά τούς οὐρανούς, αἷμα πού διαρκῶς ποτίζει τά καλά φυτά τῆς Ἐκκλησίας. Εἶδε τό αἷμα καί ἔφριξε ὁ διάβολος, γιατί θυμήθηκε ἄλλο αἷμα, τό αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Γιά χάρη ἐκείνου τοῦ αἵματος χύθηκε αὐτό. Γιατί ἀπό τότε πού κεντήθηκε ἡ πλευρά τοῦ Δεσπότου βλέπεις στή συνέχεια νά κεντοῦνται ἀμέτρητες πλευρές. Ποιός λοιπόν δέν θά ἔπαιρνε μέρος μ᾽ εὐχαρίστηση πολλή σ᾽ αὐτούς τούς ἀγῶνες, ὅταν πρόκειται νά γίνει μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦ Δεσπότου καί νά ἔχει τόν ἴδιο θάνατο μέ τόν Χριστό; Εἶναι ἀρκετή αὐτή ἡ ἀνταπόδοση καί μεγαλύτερη ἡ τιμή. Ἡ ἀμοιβή ξεπερνάει τά κατορθώματα καί ἔρχεται πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἄς μήν φοβόμαστε λοιπόν ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε μαρτύρησε, ἀλλά ἄς τρομάζουμε ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε δειλίασε καί ἔπεσε, ἐνῶ μπροστά του εἶχε τέτοια βραβεῖα.

Καί ἄν θέλεις ν᾽ ἀκούσεις τί ἔγινε ὕστερα μάθε πώς αὐτά δέν μπορεῖ νά τά παραστήσει κανένας ἀνθρώπινος λόγος, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὔτε μάτι εἶδε, οὔτε αὐτί ἄκουσε, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς ἀναλογίστηκε αὐτά, πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν» (Α’ Κορ. 2, 9). Καί κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν ἀγάπησε τόσο τό Θεό, ὅσο οἱ μάρτυρες. Βέβαια δέν θά σιωπήσουμε, ἐπειδή τό μέγεθος τῶν ἀγαθῶν πού ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ξεπερνᾶ καί τό λόγο καί τή σκέψη μας, ἀλλά ὅσο εἶναι δυνατόν καί ἐμεῖς νά ποῦμε καί ἐσεῖς ν᾽ ἀκούσετε, θά προσπαθήσουμε νά σᾶς δείξουμε ἀμυδρά τή μακαριότητα πού περιμένει τούς μάρτυρες στόν οὐρανό. Γιατί θά τή γνωρίσουν καθαρά μόνον αὐτοί οἱ ὁποῖοι θά τήν ἀπολαύσουν προσωπικά. Καί τά μέν δεινά αὐτά καί ἀβάστακτα τά ὑποφέρουν οἱ μάρτυρες γιά λίγο χρονικό διάστημα. Μετά ὅμως ἀπό τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό τή ζωή αὐτή ἀνεβαίνουν στούς οὐρανούς, ἐνῶ προπορεύονται ἄγγελοι καί τούς περιστοιχίζουν ἀρχάγγελοι. Γιατί οἱ ἄγγελοι δέν ντρέπονται τούς συνδούλους τους, ἀλλά θά ἤθελαν νά κάνουν τά πάντα γι᾽ αὐτούς, ἐπειδή καί ἐκεῖνοι προτίμησαν νά δεινοπαθήσουν γιά τό Δεσπότη τους Χριστό.

Καί ὅταν ἀνεβοῦν στόν οὐρανό, ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἅγιες δυνάμεις τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν. Ἄν λοιπόν, ὅταν ξένοι ἀθλητές ἔρχονται στήν πόλη, ὅλος ὁ λαός τρέχει ἀπό παντοῦ καί ἀφοῦ τούς περικυκλώσουν παρατηροῦν καλά ἀπό κοντά τή δύναμη πού ἔχουν τά μέλη τοῦ σώματός τους, πολύ περισσότερο ὅταν οἱ ἀθλητές τῆς εὐσέβειας ἀνεβοῦν στούς οὐρανούς τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Τρέχουν ἀπό παντοῦ γιά νά παρατηρήσουν τά τραύματά τους καί τούς ὑποδέχονται ὅλους καί τούς ἀσπάζονται σάν ἥρωες πού γύρισαν ἀπό τόν πόλεμο καί τή μάχη καί ὕστερα ἀπό πολλά τρόπαια καί νίκες. Ἔπειτα τούς ὁδηγοῦν μέ μεγάλη συνοδεία πρός τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν, στό θρόνο ἐκεῖνο πού εἶναι γεμάτος ἀπό πολλή δόξα, ὅπου βρίσκονται τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ. Καί ὅταν φτάσουν ἐκεῖ καί προσκυνήσουν ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στό θρόνο, ἀπολαμβάνουν πλέον περισσότερη τιμή ἀπό τό Δεσπότη ἀπό ἐκείνη πού ἀπολαμβάνουν ἀπό τούς συνδούλους τους ἀγγέλους. Γιατί δέν τούς δέχεται σάν δούλους - ἄν καί αὐτό θά ἦταν μεγάλη τιμή καί δέν μπορεῖ κανείς νά βρεῖ ἴση μ᾽ αὐτήν - ἀλλά σάν φίλους Του. «Γιατί ἐσεῖς», λέει ὁ Κύριος, «εἴσαστε φίλοι μου» (Ἰωαν. 15, 14). Καί πολύ σωστά τό λέει, γιατί καί ἀλλοῦ εἶπε: «Μεγαλύτερη ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη δέν ἔχει κανένας, ὥστε νά δώσει τή ζωή του γιά χάρη τῶν φίλων του» (Ἰωαν. 15, 13).

Ἐπειδή λοιπόν ἔδειξαν τήν πιό μεγάλη ἀγάπη, τούς ὑποδέχεται καί ἀπολαμβάνουν ἐκείνη τή δόξα. Ἑνώνονται μέ τούς ἀγγελικούς χορούς καί παίρνουν μέρος στήν ὑπερκόσμια δοξολογία. Ἄν λοιπόν καί ὅταν εἶχαν τό σῶμα μετεῖχαν στό χορό ἐκεῖνο μέ τήν κοινωνία τῶν μυστηρίων καί ἔψαλλαν μαζί μέ τά Χερουβίμ τόν τρισάγιο ὕμνο, καθώς γνωρίζετε ἐσεῖς οἱ πιστοί, πολύ περισσότερο τώρα πού βρέθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, παίρνουν μέρος στή δοξολογία ἐκείνη, μέ πολλή παρρησία. Ἄραγε δέν φοβόσαστε πρίν τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν ἐπιθυμεῖτε τώρα τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν λυπᾶστε τώρα, πού δέν εἶναι καιρός μαρτυρίου; Ἄς γυμναζόμαστε λοιπόν γιά τόν καιρό τοῦ μαρτυρίου. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τή ζωή, περιφρόνησε ἐσύ τίς ἀπολαύσεις. Ἔρριξαν ἐκεῖνοι τά σώματά τους στή φωτιά, ρίξε ἐσύ τώρα χρήματα στά χέρια τῶν φτωχῶν. Καταπάτησαν ἐκεῖνοι τά ἀναμμένα κάρβουνα, σβῆσε ἐσύ μέσα σου τή φλόγα τῆς ἐπιθυμίας. Εἶναι ἐνοχλητικά αὐτά, ἀλλά μᾶς φέρνουν κέρδος. Μήν βλέπεις τά παρόντα πού εἶναι δυσάρεστα, ἀλλά τά μέλλοντα πού εἶναι εὐχάριστα. Ὄχι τά βάσανα πού περνᾶς τώρα, ἀλλά τά ἀγαθά πού ἐλπίζεις. Ὄχι τά παθήματα, ἀλλά τά βραβεῖα. Ὄχι τούς κόπους, ἀλλά τά στεφάνια. Ὄχι τούς ἱδρῶτες, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Ὄχι τούς πόνους, ἀλλά τίς ἀνταποδόσεις. Ὄχι τήν ἀναμένη φωτιά, ἀλλά τή βασιλεία πού σέ περιμένει. Ὄχι τούς δήμιους πού σέ περιτριγυρίζουν, ἀλλά τό Χριστό πού θά σέ στεφανώσει.

3. -. Αὐτός εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος καί ὁ εὐκολότερος δρόμος γιά τήν ἀρετή. Νά μήν βλέπει δηλαδή κανείς τούς κόπους μόνο, ἀλλά μαζί μέ τούς κόπους καί τά βραβεῖα. Καί ὄχι ξεχωριστά τό καθένα. Ὅταν λοιπόν πρόκειται νά δώσεις ἐλεημοσύνη, μήν σκέπτεσαι τά χρήματα πού θά ξοδέψεις, ἀλλά τήν ἀπόκτηση τῆς δικαιοσύνης. «Σκόρπισε χρήματα, ἔδωσε στούς φτωχούς. Ἡ δικαιοσύνη του μένει αἰώνια» (Ψαλμ. 111, 9). Μήν βλέπεις τόν πλοῦτο σου πού λιγοστεύει, ἀλλά τό θησαυρό πού πληθαίνει. Ἄν νηστεύεις, μήν σκέπτεσαι τήν καταβολή πού φέρνει ἡ νηστεία, ἀλλά τήν ἄνεση πού θά προέρθει ἀπό τή σωματική ἀδυναμία. Ἄν ἀγρυπνήσεις στήν προσευχή, μήν συλλογίζεσαι τήν ταλαιπωρία τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλά τήν παρρησία πού θά ἀποκτήσεις ἀπό τήν προσευχή. Ἔτσι κάνουν καί οἱ στρατιῶτες. Δέν βλέπουν τά τραύματα, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Δέν βλέπουν τίς σφαγές, ἀλλά τίς νίκες. Οὔτε βλέπουν τούς νεκρούς στό πεδίο τῆς μάχης, ἀλλά τούς ἥρωες πού στεφανώνονται. Ἔτσι καί οἱ κυβερνῆτες βλέπουν μπροστά στά κύματα τά λιμάνια, μπροστά στά ναυάγια τά ἐμπορεύματα, μπροστά στά δεινά τῆς θάλασσας τά ἀγαθά μετά τή θάλασσα.

Ἔτσι κάμε καί ἐσύ. Σκέψου πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι μέσα στή βαθιά νύχτα, ὅταν κοιμοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί τά θηρία καί τά κατοικίδια ζῶα, ὅταν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἡσυχία, ἐσύ μόνο νά σηκωθεῖς καί νά μιλήσεις μέ τόν Κύριό μας. Εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος; Ἀλλά τίποτε δέν εἶναι πιό γλυκό ἀπό τήν προσευχή. Ἄν συνομιλήσεις μόνος μαζί Του, πολλά θά καταφέρεις. Δέν θά σέ ἐνοχλεῖ κανείς, οὔτε θά ἐμποδίσει τήν προσευχή σου. Ἔχεις καί τήν ὥρα σύμμαχο γιά νά ἐπιτύχεις αὐτά πού θέλεις. Ἐσύ ὅμως βαριέσαι νά σηκωθεῖς καί στριφογυρίζεις ξαπλωμένος στό μαλακό στρῶμα; Σκέψου τούς μάρτυρες πού εἶναι σήμερα ξαπλωμένοι στή σιδερένια σχάρα, χωρίς στρῶμα ἀπό κάτω, ἀλλά ἀναμένα κάρβουνα.

Ἐδῶ θέλω νά σταματήσω τό λόγο, γιά νά φύγετε ἔχοντας ἔντονη καί ζωηρή τή μνήμη ἐκείνης τῆς σχάρας καί νά τήν θυμᾶστε νύχτα καί μέρα. Γιατί, καί ἄν ἀκόμα μᾶς κρατοῦν ἄπειρα δεσμά, ὅταν ἔχουμε στό νοῦ μας αὐτή τή σχάρα, θά μπορέσουμε νά τά σπάσουμε ὅλα μέ εὐκολία καί νά σηκωθοῦμε γιά προσευχή. Ὄχι μόνο τή σχάρα, ἀλλά καί τίς ἄλλες τιμωρίες τῶν μαρτύρων ἄς τίς χαράξουμε στό βιβλίο τῆς καρδιᾶς μας. Ἄς σκεφτοῦμε καί ἐμεῖς σάν αὐτούς πού λαμπροστολίζουν τά σπίτια τους καί κρεμᾶνε σ᾽ ὅλα τά σημεῖα ὄμορφες ζωγραφιές. Ἄς ζωγραφίσουμε στούς τοίχους τῆς δικῆς μας ψυχῆς τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων. Γιατί ἐκεῖνες οἱ ζωγραφιές εἶναι ἀνώφελες, αὐτές ὅμως ἐπικερδεῖς. Αὐτή ἡ ζωγραφική δέν χρειάζεται χρώματα, οὔτε ἔξοδα, οὔτε κάποια τέχνη. Ἀλλά γιά ὅλα αὐτά φτάνει νά χρησιμοποιήσει κανείς τήν προθυμία του καί τή γενναία καί νηφάλια σκέψη του καί μ᾽ αὐτή σάν χέρι ἄριστου τεχνίτη νά ζωγραφίσει τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων. 

Ἄς ζωγραφίσουμε λοιπόν στή ψυχή μας ἄλλους νά εἶναι στά τηγάνια, ἄλλους ξαπλωμένους σ᾽ ἀναμμένα κάρβουνα, ἄλλους ἀναποδογυρισμένους στά καζάνια, ἄλλους νά καταποντίζονται στή θάλασσα, ἄλλους νά ξεσκίζονται, ἄλλους νά τούς γυρίζουν στόν τροχό, ἄλλους νά τούς ρίχνουν στόν γκρεμό. Ἄλλους πάλι νά παλεύουν μέ θηρία, ἄλλους νά τούς ὁδηγοῦν στό βάραθρο καί ἄλλους ὅπως ἔτυχε ὁ καθένας νά τελειώσει ἡ ζωή του. Ὥστε μέ τήν ποικιλία αὐτῆς τῆς ζωγραφικῆς, ἀφοῦ λαμπροστολίσουμε τό σπίτι τῆς ψυχῆς μας, νά τό κάνουμε κατάλληλο κατάλυμα γιά τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν. Γιατί ἄν δεῖ τέτοιες ζωγραφιές στήν ψυχή μας, θά ἔρθει μαζί μέ τόν Πατέρα καί μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά κατοικήσει μέσα μας. Καί θά γίνει στή συνέχεια ἡ ψυχή μας βασιλικό παλάτι καί κανένας κακός λογισμός δέν θά μπορέσει νά τήν πατήσει, ἀφοῦ ἡ μνήμη τῶν μαρτύρων, σάν ζωγραφιά θά ὑπάρχει πάντοτε μέσα μας καί θά σκορπᾶ πολλή λάμψη καί θά κατοικεῖ συνεχῶς μέσα μας ὁ βασιλιάς τῶν ὅλων Θεός. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ ὑποδεχτοῦμε τό Χριστό ἐδῶ, θά μπορέσουμε μετά τήν ἀναχώρησή μας ἀπό τή γῆ νά Τόν ὑποδεχτοῦμε στίς αἰώνιες κατοικίες μας, τίς ὁποῖες εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μέ τόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στόν Πατέρα καί στό ἅγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.